Εικόνα πρωτογενούς διαδερμικής επαναγγείωσης με stents σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου

Τι είναι το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου;

Το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου είναι μια επείγουσα και απειλητική για τη ζωή κατάσταση, κατά την οποία μία από τις αρτηρίες που παρέχουν αίμα στην καρδιά υφίσταται οξεία, πλήρη ή μερική απόφραξη.

Αυτό έχει ως συνέπεια τη διακοπή της παροχής αίματος στην αντίστοιχη περιοχή της καρδιάς. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι προσωρινός (αναστρέψιμος) ή μόνιμος τραυματισμός, γνωστός και ως μυοκαρδιακή νέκρωση, του τμήματος της καρδιάς που αιματώνεται από τη συγκεκριμένη αρτηρία.

Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η αρτηρία παραμένει κλειστή, τόσο μεγαλύτερη είναι η έκταση του εμφράγματος και οι πιθανότητες για σοβαρές και μόνιμες βλάβες στον καρδιακό μυ. Το αρτηριακό δίκτυο της καρδιάς αποτελείται από τη δεξιά στεφανιαία αρτηρία και το στέλεχος της αριστερής στεφανιαίας αρτηρίας.

  • Δεξιά στεφανιαία αρτηρία: Παρέχει αίμα στο κατώτερο τοίχωμα της καρδιάς.
  • Αριστερή στεφανιαία αρτηρία: Διακλαδίζεται σε δύο κύριους κλάδους.
  • Πρόσθιος κατιών κλάδος: Αιματώνει το πρόσθιο τοίχωμα της καρδιάς.
  • Αριστερή περισπωμένη αρτηρία: Αιματώνει το οπίσθιο και πλάγιο τοίχωμα της καρδιάς.

 

 

Τι συμπτώματα έχει το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου;

 Το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου παρουσιάζει μια ποικιλία συμπτωμάτων, τα οποία μπορεί να διαφέρουν σε ένταση και διάρκεια ανάλογα με τον ασθενή. Κάποια από τα πιο κοινά συμπτώματα περιλαμβάνουν:

Πόνος στο στήθος: Ο πόνος ή η δυσφορία στο στήθος είναι το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα. Συνήθως εντοπίζεται στο κέντρο ή στην αριστερή πλευρά του στήθους και μπορεί να έχει τη μορφή πίεσης, σφιξίματος, ή αίσθησης βάρους. Ο πόνος συνήθως είναι έντονος και συνεχής, δεν φαίνεται να υποχωρεί με τον χρόνο και δεν υφίεται με τη χρήση αντιστηθαγχικών φαρμάκων. Μπορεί να διαρκέσει για αρκετά λεπτά > 20-30 min ή και ώρες, κατόπιν να υποχωρήσει ή και να υποτροπιάσει.

Πόνος που ακτινοβολεί: Ο πόνος μπορεί να εξαπλώνεται από το στήθος προς άλλες περιοχές του σώματος, όπως οι ώμοι, τα χέρια (συνήθως το αριστερό χέρι), η πλάτη, ο λαιμός, ή η κάτω γνάθος.

Δύσπνοια: Η αίσθηση δυσκολίας στην αναπνοή μπορεί να συνοδεύει ή να προηγείται του πόνου στο στήθος.

Ιδρώτας: Ο ασθενής μπορεί να ιδρώσει υπερβολικά, ακόμη και σε συνθήκες ηρεμίας ή δροσιάς.

Ναυτία και έμετος: Οι ασθενείς μπορεί να αισθάνονται ναυτία, μερικές φορές συνοδευόμενη από έμετο.

Αδυναμία και ζαλάδα: Η αίσθηση αδυναμίας ή ζάλης μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά και να είναι έντονη.

Κρύος ιδρώτας: Πολλοί ασθενείς αισθάνονται κρύο ιδρώτα, που συχνά συνοδεύει τον πόνο στο στήθος.

Αίσθηση ανησυχίας: Μια αίσθηση έντονης ανησυχίας ή φόβου μπορεί να συνοδεύει τα παραπάνω συμπτώματα.

Λιγότερο κοινά συμπτώματα

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε γυναίκες, ηλικιωμένους και άτομα με διαβήτη, τα συμπτώματα μπορεί να είναι λιγότερο τυπικά, όπως αίσθημα δύσπνοιας, δυσφορία με αίσθημα καύσου στο άνω μέρος της κοιλιάς (επιγάστριο) ή την κοιλιακή χώρα και αίσθημα δυσφορίας και αιμωδίας (μουδιάσματος) στον αυχένα, το σαγόνι, τα άκρα ή την πλάτη.

 

Ποια είναι τα αίτια του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου;

Το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου αποτελεί εξέλιξη της υποκείμενης στεφανιαίας νόσου. Η στεφανιαία νόσος χαρακτηρίζεται από την παρουσία αθηρωματικών πλακών στις στεφανιαίες αρτηρίες, οι οποίες προκύπτουν από τη συσσώρευση χοληστερόλης, φλεγμονωδών κυττάρων και άλλων στοιχείων στα τοιχώματα των αγγείων.

Αθηρωματική πλάκα και θρόμβωση

Η αθηρωματική πλάκα δημιουργείται από την εναπόθεση χοληστερόλης και φλεγμονωδών κυττάρων εντός του τοιχώματος του αγγείου. Όταν αυτή η πλάκα υφίσταται ρήξη, το εσωτερικό της πλάκας και το περιεχόμενο εντός της πλάκας υλικό με το λιπώδη πυρήνα εκτίθεται στη συστηματική κυκλοφορία και στο αίμα, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται η διαδικασία της πήξης. Αυτό οδηγεί στη δημιουργία θρόμβου, ο οποίος μπορεί να αποφράξει το αγγείο, διακόπτοντας την παροχή αίματος στην καρδιά.

Αίτια και παράγοντες κινδύνου

Πολλαπλοί παράγοντες και καταστάσεις που μπορούν να συμβάλλουν στην εμφάνιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου:

  • Υπέρταση: Η υψηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να προκαλέσει βλάβες στις αρτηρίες και να επιταχύνει τη διαδικασία της αθηροσκλήρυνσης.
  • Υψηλή χοληστερόλη: Η παρουσία υψηλών επιπέδων χοληστερόλης στο αίμα προάγει τον σχηματισμό αθηρωματικών πλακών.
  • Κάπνισμα: Το κάπνισμα βλάπτει τις αρτηρίες, επάγει το οξειδωτικό stress και τη φλεγμονή και μειώνει την ποσότητα οξυγόνου που φτάνει στην καρδιά, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.
  • Διαβήτης: Ο διαβήτης οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα με αποτέλεσμα την συνεπακόλουθη πρόκληση σημαντικών βλαβών στο τοίχωμα των στεφανιαίων αρτηριών αυξάνοντας έτσι σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.
  • Παχυσαρκία: Η αυξημένη ποσότητα λιπώδους ιστού μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη αρτηριακή πίεση, υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και διαβήτη, παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο πρόκλησης οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου.
  • Έλλειψη άσκησης: Η καθιστική ζωή συμβάλλει στην παχυσαρκία και αυξάνει τον κίνδυνο πρόκλησης καρδιαγγειακών παθήσεων.
  • Στρες: Το χρόνιο στρες αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο πρόκλησης καρδιαγγειακών συμβαμάτων μέσω της αύξησης της αρτηριακής πίεσης και της απελευθέρωσης στη συστηματική κυκλοφορία ορμονών και φλεγμονωδών παραγόντων, και της απευθείας τοξικής επίδρασης αυτών στο μυοκάρδιο και στο τοίχωμα των στεφανιαίων αγγείων.
  • Οικογενειακό ιστορικό: Άτομα με ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων στην οικογένεια έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου.
  • Ηλικία και φύλο: Ο κίνδυνος εμφράγματος αυξάνεται με την ηλικία. Οι άνδρες έχουν γενικά μεγαλύτερο κίνδυνο σε νεότερη ηλικία σε σύγκριση με τις γυναίκες, οι οποίες παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο μετά την εμμηνόπαυση.

 

 

Πώς αντιμετωπίζεται το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου;

Η αντιμετώπιση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου απαιτεί άμεση και συντονισμένη ιατρική παρέμβαση, προκειμένου να μειωθεί η ζημιά και ο τραυματισμός στον καρδιακό μυ και να βελτιωθεί η συνολική καρδιακή λειτουργία και απόδοση. Η θεραπεία περιλαμβάνει μια σειρά από άμεσες και μακροπρόθεσμες στρατηγικές.

Η πιο κρίσιμη παρέμβαση αφορά στην αποκατάσταση της φυσιολογικής ροής αίματος και περιλαμβάνει την όσο το δυνατόν γρηγορότερη διάνοιξη και επαναγγείωση της αποφραγμένης στεφανιαίας αρτηρίας. Η έγκαιρη διάνοιξη της αρτηρίας και της συνεπακόλουθης αποκατάστασης της φυσιολογικής ροής αίματος μειώνει την έκταση του εμφράγματος, το βαθμό συστολικής δυσλειτουργίας της καρδιάς και βελτιώνει την συνολική πρόγνωση του ασθενούς. Υπάρχουν δύο κύριες μέθοδοι για την επαναγγείωση.

Η πρωτογενής αγγειοπλαστική περιλαμβάνει τη χρήση ειδικού καθετήρα με μπαλόνι για την αποκατάσταση της ροής αίματος μέσω της διάτασης του σημείου απόφραξης και συχνά συνοδεύεται από την τοποθέτηση ενδοστεφανιαίας πρόθεσης (stent) για τη διατήρηση της βατότητας της αρτηρίας και την αποτροπή της επαναστένωσης.

Εναλλακτικά, σε περιπτώσεις όπου η πρωτογενής αγγειοπλαστική δεν είναι εφικτή, πραγματοποιείται η χορήγηση θρομβολυτικής θεραπείας με την ενδοφλέβια χορήγηση ειδικών θρομβολυτικών παραγόντων/φαρμάκων τα οποία δύνανται να προκαλέσουν διάλυση του θρόμβου που προκαλεί την οξεία απόφραξη της αρτηρίας με αποτέλεσμα την αποκατάσταση της φυσιολογικής ροής αίματος εντός της αρτηρίας.

Αυτή η θεραπεία είναι πιο αποτελεσματική όταν χορηγείται εντός λίγων ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων. Κατόπιν, ο ασθενής μπορεί σε δεύτερο χρόνο να υποβληθεί σε διαγνωστική στεφανιογραφία και θεραπευτική αγγειοπλαστική.

Οι επιπλέον ενέργειες και παρεμβάσεις μετά την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο, περιλαμβάνουν την άμεση εκτίμηση των ζωτικών σημείων όπως η αρτηριακή πίεση, η καρδιακή συχνότητα, και ο κορεσμός οξυγόνου.

Αυτό είναι κρίσιμο για την κατανόηση της σοβαρότητας της κατάστασης και την προσαρμογή της περαιτέρω θεραπευτικής προσέγγισης (μερικοί ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν άμεση καρδιαγγειακή κατάρριψη/καρδιογενές shock, κατάσταση, η οποία απαιτεί μηχανική υποβοήθηση της αναπνευστικής και καρδιακής λειτουργίας του ασθενούς).

Σε περίπτωση χαμηλού κορεσμού χορηγείται οξυγόνο για την διασφάλιση παροχής επαρκούς ποσού οξυγόνου στα μυοκαρδιακά κύτταρα και της συνεπακόλουθης μείωσης της έκτασης τραυματισμού του καρδιακού μυός από την υποξία (έλλειψη οξυγόνου) που προκύπτει από την απόφραξη της αρτηρίας.

Επίσης παρέχεται αναλγητική θεραπεία με την ενδοφλέβια  χορήγηση οπιοειδών για την ανακούφιση του πόνου και της δυσφορίας. Ο έλεγχος του πόνου είναι σημαντικός καθώς μειώνει το στρες στην καρδιά και βελτιώνει την ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Φάρμακα όπως η ασπιρίνη, η κλοπιδογρέλη και τα νεότερης γενιάς αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, όπως η πρασουγρέλη και η τικαγκρελόρη αλλά  και οι αναστολείς των γλυκοπρωτεϊνών IIb/IIIa χορηγούνται για να αναστείλουν τη διαδικασία πήξης του αίματος και να εμποδίσουν τη δημιουργία νέων θρόμβων. Φάρμακα που μειώνουν το “stress” της καρδιάς, όπως οι β-αναστολείς και οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ACE inhibitors), βοηθούν στη μείωση της αρτηριακής πίεσης και του συνολικού φορτίου του καρδιακού έργου.

Αυτά τα φάρμακα μειώνουν την ανάγκη της καρδιάς για οξυγόνο, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση της έκτασης του τραυματισμού του καρδιακού μυός και στη βελτίωση της μακροχρόνιας καρδιακής λειτουργίας.

Μετά την αρχική θεραπεία, οι ασθενείς συνήθως απαιτούν συνεχή παρακολούθηση και μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή για την πρόληψη μελλοντικών επεισοδίων και τη βελτίωση της καρδιακής υγείας. Στατίνες χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης και την πρόληψη της εξέλιξης της στεφανιαίας νόσου και πιθανών συνεπακόλουθων καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

Η πλήρης αποκατάσταση περιλαμβάνει επίσης αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως βελτίωση της διατροφής, αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, και διακοπή του καπνίσματος. Η συντονισμένη προσέγγιση αυτών των θεραπευτικών στρατηγικών συμβάλλει στη βελτίωση της υγείας της καρδιάς και στη μείωση των κινδύνων για μελλοντικά καρδιοαγγειακά επεισόδια.

Τι επιπλοκές μπορεί να υπάρξουν μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου;

Μετά το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ενδέχεται να προκύψουν διάφορες επιπλοκές που επηρεάζουν τη συνολική λειτουργία της καρδιάς και τη γενική υγεία του ασθενούς. Οι επιπλοκές αυτές αφορούν σε μηχανικές επιπλοκές όπως η καρδιογενής καταπληξία ή καρδιογενές shock, η ρήξη των θηλοειδών μυών ή η μυοκαρδιακή δυσλειτουργία με συνεπακόλουθη σοβαρού βαθμού ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας και η ρήξη του μεσοκοιλιακού διαφράγματος (VSD) η άλλων τοιχωμάτων της αριστερής κοιλίας καθώς και σοβαρές κακοήθεις αρρυθμίες όπως η κοιλιακή ταχυκαρδία, η κοιλιακή μαρμαρυγή και η συνεπακόλουθη καρδιακή ανακοπή και ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος.

Κατά την καρδιογενή καταπληξία η καρδιογενές shock, η καρδιά δεν είναι ικανή να αντλεί αρκετό αίμα για να καλύψει τις ανάγκες του σώματος σε οξυγόνο με αποτέλεσμα την πτώση της αρτηριακής πίεσης, τη μειωμένη ροή αίματος προς τα ζωτικά όργανα και τελικώς την πολυοργανική ανεπάρκεια.

Η κατάσταση αυτή απαιτεί την άμεση μηχανική υποβοήθηση της καρδιακής λειτουργίας με την τοποθέτηση συσκευών μηχανικής υποβοήθησης όπως η ενδοαρτική αντλία αντιώθησης (intraaortic balloon pump – IABP), η ενδοκοιλιακή αντλία Impella και η συσκευή εξωσωματικής κυκλοφορίας ECMO.

Στις υπόλοιπες μηχανικές επιπλοκές όπως η ρήξη των θηλοειδών μυών με συνεπακόλουθη ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας και η ρήξη του μεσοκοιλιακού διαφράγματος ή άλλων τμημάτων του καρδιακού μυός συνήθως απαιτείται επείγουσα χειρουργική παρέμβαση για την άμεση διόρθωση και αποκατάσταση του μηχανικού προβλήματος, ενώ η θνητότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή.

Όσον αφορά στις καρδιακές αρρυθμίες αυτές είναι κοινές επιπλοκές μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και η αντιμετώπιση και πρόληψή τους περιλαμβάνει τη χορήγηση αντιαρρυθμικών φαρμάκων όπως οι Β-αναστολείς και η αμιωδαρόνη.

Σε περιπτώσεις όπου οι συνεπακόλουθες καρδιακές αρρυθμίες συνοδεύονται από αιμοδυναμική αστάθεια του ασθενούς απαιτείται άμεση παρέμβαση με ηλεκτρική ανάταξη και απινίδωση για την αποκατάσταση του φυσιολογικού καρδιακού ρυθμού.

Η χρόνια ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια και η καρδιακή ανεπάρκεια με σοβαρή συστολική δυσλειτουργία του καρδιακού μυός μπορεί επίσης να συμβεί μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, προκαλώντας χρόνια αδυναμία της καρδιάς να αντλεί αποτελεσματικά το αίμα.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια, η οποία απαιτεί μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή και άλλες παρεμβάσεις για την πρόληψη αιφνίδιου καρδιακού θανάτου με την εμφύτευση συσκευών επανασυγχρονισμού της καρδιακής λειτουργίας και απινιδωτών (αμφικοιλιακοί απινιδωτές) και αλλαγές στον τρόπο ζωής.

Σχετικά Video

Προγραμματίστε το ραντεβού σας σήμερα!